
Κρυσταλλία Κατσαρού
χρόνος

περνώντας το καλοκαίρι μου σε ένα παραθαλάσσιο μπαλκόνι παρατηρώ το χρόνο να περνά
και ξαφνικά γίνεται πολυδιάστατος και γεμίζει χρώμα και υφή.
τον βλέπω να γλιστράει στο φως του ηλιοβασιλέματος πάνω στα πράσινα φύλλα της μανόλιας.
τον αγγίζω με κλειστά τα μάτια στον φθαρμένο μεταλλικό δίσκο της γιαγιάς μου
που πλέον σκονίζει στο ντουλάπι καθώς σπανίζουν οι επισκέψεις.
τον αναπνέω γύρω απ' τις ελεύθερες λέξεις και τα γέλια μιας οικογένειας που αγαπιέται πολύ.
της δικής μου οικογένειας.
τον περιεργάζομαι στα λεπτεπίλεπτα φλιτζάνια του ελληνικού και στο ξεχασμένο τάβλι πάνω στο τραπέζι.
τον αφουγκράζομαι στις φωνές των γλάρων και στα γαλάζια κύματα που σκάνε στην ακτή.
τον βλέπω με ένα σφίξιμο στο στήθος, στη φιγούρα της άλλης μου γιαγιάς.
πόσο μόνη δείχνει, στεκόμενη ακίνητη και χαμένη πίσω απ' το πορτ-μπαγκάζ.
πόσο βαθιές δείχνουν οι κυρτωμένες γραμμές των χειλιών της που πλάθουν μια μόνιμη θλίψη στο πρόσωπό της.
βλέπω τον χρόνο που περνά σε κάθε μέλος που περπατά με δυσκολία
σε κάθε φρούτο που σαπίζει στο χώμα του περιβολιού στην αυγουστιάτικη ζέστη
σε κάθε σταγόνα ευτυχίας στα σκούρα μάτια του θείου μου όταν γυρίζει απ' το ψάρεμα.
κάθε στιγμή μου θυμίζει πως η Ελλάδα μου, η ξέγνοιαστη, όμορφη, μοναδική Ελλάδα μου, αργοσβήνει.
πως τα καλοκαίρια έχουν γεύση σύκο, αλάτι και πικρία στο τραπέζι του μεσημεριανού.
πως η νιότη κορυφώθηκε την άνοιξη
και πως το καλοκαίρι ήδη πλανάται στον αέρα η ζύμωση
ο πόνος
οι φωνές ραγισμένες απ' τ' απωθημένα.
η πραγματικότητα πλέει γύρω απ' τη φλόγα του αναπτήρα μέσα στη νύχτα.
αγαπώ το καλοκαίρι
τη γλύκα του ήλιου
την οικογένειά μου.
εν ολίγοις, είμαι καταδικασμένη ν' αγαπώ κάθε πράγμα που τελειώνει.