
IAMOS
ΤΡΙΓΑΡΙ

Στην παραλία θέλω ησυχία.
Αυτό σημαίνει, δεν θέλω ανθρώπους
ούτε γονείς να φωνάζουν σε παιδιά,
ούτε παιδιά να τσιρίζουν «κοίτα μαμά»,
ούτε από πιτσιρικάδες να ακούω βρισιές με μουσικό χαλί τραπόμπιτα στα κινητά,
ούτε το τάκα-τάκα από γυμναστηριακούς ρακετοφόρους,
ούτε ζάρια και πούλια να κοπανιούνται με πυγμή και ύφος απειλητικό από καφενειακούς
ταβλαδόρους.
Δεν θέλω ούτε να τους ακούω ούτε να τους βλέπω.
Δεν θέλω να βλέπω κανέναν και τίποτα.
Ούτε κουβαδάκια,
ούτε σκουπιδάκια,
ούτε μπουκάλια μπύρας,
ούτε κουτάκια από αναψυκτικά,
ούτε νερά.
Δεν θέλω να μυρίζω χημικά
ούτε αρώματα από λάδια μαυρίσματος,
ούτε τα σύννεφα που βγάζουν πιπίλες ηλεκτρονικές για ενηλίκους με γεύσεις κάθε λογής
γλυκίσματος,
ούτε συζήτηση για τα άλλα, τα φουρνιστά που αναδύουν μια essence από σάπια κλανιά.
Όχι, όχι! Δεν θέλω τίποτα από όλα αυτά!
Θέλω να ακούω το κύμα να σκάει στην ακροθαλασσιά.
Το καλοκαίρι, θέλω να είμαι μαζί σου σε ένα ολόδικό μας νησί.
Εκεί, μόνο τα γεράκια σπάνε την ησυχία, σφυρίζοντας, όταν ψάχνουν τροφή.
Εκεί ο αέρας μυρίζει θυμάρι κι αλάτι,
με μια ψάθα και μια ομπρέλα φτιάχνουμε το δικό μας παλάτι.
Εκεί η παραλία είναι έρημη,
τόσο έρημη που τα ρούχα μας την προσβάλουν.
Τα πετάμε από πάνω μας,
τρέχεις και βουτάς,
είσαι γυμνή και μου γελάς.
Χαζεύεις τον ήλιο να λαμπυρίζει στο νερό.
Μου λες:
«Αν κοιτάξεις προσεκτικά θα δεις αστέρια στον βυθό».
Kι εγώ σκέφτομαι πως έχω μπροστά μου το αστέρι μου.
Το βλέπω, το αγγίζω δίχως να προσπαθώ.
Σε βλέπω, σε αγγίζω και κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν τέτοια ευτυχία την αξίζω.
Εκεί το νερό είναι λάδι,
το νερό είναι κρύσταλλο
κι εσύ παίζεις.
Παίρνεις λίγο στη χούφτα σου και μου πετάς,
είσαι η χαρά της ζωής και μου γελάς.
Η μνήμη είναι εικόνες
κι έτσι, χαράζω στον νου μου αυτή τη στιγμή
να την κοιτάω τις μέρες που έρχονται
να μου μαλακώνει η ψυχή.