
Indri Dragoj
Καλοκαίρι στην Ελλάδα

Γυρνώντας σπίτι το μεσημέρι είδα μια κοπέλα
να διαβάζει ένα βιβλίο ποίησης καθισμένη σε ένα καφέ.
Κρατούσε το βιβλίο πολύ στοργικά.
Το ποίημα που διάβαζε
σαν να αντηχούσε κυματιστά στον εσωτερικό της κόσμο.
Ήταν όμορφη.
Η εικόνα αυτή μου προκάλεσε συμπάθεια και χαρά
και ομολογουμένως μια σπίθα ζήλιας
γιατί σε ένα μισάωρο ξεκινάει η βραδινή μου βάρδια.
Βούλιαξε η πόλη σήμερα
έβλεπες τα πλοία και τα λεωφορεία να ανοίγουν τα σπλάχνα τους
και να χύνουν στους δρόμους κοπάδια τουριστών,
Άγγλοι, Γερμανοί, Γάλλοι, Αμερικανοί, Ισραηλινοί…
κάθε λογής βορειοευρωπαίοι
ήρθαν να γευτούν τον αναζωογονητικό αέρα της Μεσογείου.
Τους έβλεπα να περιπλανιούνται στους δρόμους,
να χαζεύουν από δω κι από εκεί, να βγάζουν χιλιάδες φωτογραφίες,
ύστερα να χάνονται ή να ξεροσταλιάζουν σε κανένα μαγαζί.
Σέρβιρα διάφορους από αυτούς.
Χαμογέλασα αρκετά για να βγάλω κανένα φιλοδώρημα
και ύστερα με έστειλαν σπίτι να απολαύσω λίγο χρόνο
με τον μίζερο εαυτό μου.
Η καλοπέραση δεν είναι για όλους…
κι ακόμα περισσότερο η καλοπέραση υφίσταται
εις βάρος χιλιάδων εργατριών μελισσών.
Μελισσούλες που γυρνάνε τα βράδια κουρασμένα
που βουίζουν την ταλαιπωρημένη φαντασία τους στους δρόμους
και αράζουν με πυγολαμπίδες και καπνίζουν τσιγάρα
ξεφυσώντας τους καπνούς ώστε να σχηματίσουν τα αυριανά τους σχέδια.
Να στριμώξουν έναν καφέ, ένα γέλιο, ένα φιλί
και να γράψουν κανένα ποίημα
στα γρήγορα
ανάμεσα σε σπαστά ωράρια
μετά από τρία τζιν τόνικ με στημένο λεμόνι
για να ρομαντικοποιήσουν τη μιζέρια τους.