Παναγιώτα Ράπτη

Έκ(-)θλιψη

Μια πέτρα σπάζει της ψυχής το παράθυρο.
Αίμα απ΄ τα τζάμια ασπάζεται της μοναξιάς τα άπατα ύδατα.
Κόρη ασώματη ρουφά μιας αϋπνίας το αύριο.
Πονάει για σάρκα ευάλωτη μέχρι να ξημερώσει.
Το γυαλί επιστρέφει στο παράθυρο έντρομο.
Ξυπνάνε κάποτε τα όνειρα.

Πεθαίνει ο σφυγμός της ώρας σαν βραδιάσει
μετράει τις μοίρες της καρδιάς
στης λήθης το πηγάδι τις πετά.
Έναν αιώνιο ύπνο αποζητά,
έναν άγριο σκοπό, μια πτώση στο ποτέ.
Το πουθενά είναι μύθος.

Κοιμάται της κόρης η ψυχή γυμνή,
τα σύννεφα απεκδύεται μανδύα υπεράσπισης.
Βρίσκει έναν ήλιο όσον αυτή.
Πουλιά μικρά βουβά την προστατεύουν
από τις εκλείψεις τις ελλείψεις και τις θλίψεις.

Οι καταιγίδες του φεγγαριού
οι χαμένες φάσεις του νου
ποτέ δεν φεύγουν απ' της ζωής τα σύρματα.
Μονάχα ελπίζουν να πετάξουν λιγάκι πιο ψηλά και πιο όμορφα
όταν το καλοκαίρι θα 'χει σχεδόν φύγει.