
Χαρά Σαρκίρη
- Ποιήτρια είμαι, γλυκιά μου.

Μην με ρωτάς αν έχω πιεί κάθε που νυχτώνει.
Ποιήτρια είμαι, γλυκιά μου.
Μην το ξεχνάς αυτό.
Η απάντηση πάντοτε θα είναι «Ναι».
Ο αλγόριθμος της τέχνης
με προτιμά όταν ματώνω.
Κληρονόμησα την κατάρα των νεκρών ποιητών:
Να νιώθω τα πάντα στο έπακρο.
Άλλοι το ονομάζουν αδυναμία,
άλλοι ενσυναίσθηση …
Πάντως εμένα ουδέποτε με ενδιέφεραν οι ταμπέλες.
Παρ' όλα αυτά,
κατά γενική ομολογία
το αποκαλούν χάρισμα,
όσο με χαζεύουν από ψηλά να πνίγομαι.
«Είναι ταλέντο η πένα σου!»,
μου λεν
χτυπώντας με στην πλάτη.
Διανύουμε την εποχή
της γενιάς των κανίβαλων
η οποία απαιτεί
τα πάντα καταγεγραμμένα.
Και έτσι εγώ,
καταχωρώ
μέσα σε στοίβες από τεφτέρια
το κόστος της καλλιτεχνικής μου φλέβας.
Με ένα τσιγάρο
ανάμεσα στα χείλη
ανακαλύπτω ξανά
και ξανά
την ομορφιά
του να αυτοκαταστρέφομαι
επάνω στο χαρτί μου.
Κατά πως φαίνεται,
το κοινό μου αρέσκεται
στο να με βλέπει
να σκίζω τις φλέβες μου
με το στυλό.
Πάσαρέ μου το κλειστό πακέτο
και το μπουκάλι με το ουίσκι
και εγώ,
ως αντάλλαγμα,
θα σου χαρίσω ιστορίες τρόμου
γέννημα-θρέμμα των συνεπειών
που επωμίζομαι
κοντά 30 χρόνια.
Όλα έχουν ένα τίμημα, μωρό μου!
Απλώς,
εμείς οι ποιητές,
καλούμαστε να αποπληρώσουμε
με τη σάρκα
και το αίμα μας.
Λες και έκανα συμφωνία
με τον διάβολο τον ίδιο
να πρέπει να γδέρνω με τα νύχια μου
την κάθε μου πληγή
ώσπου το τραύμα αποκτήσει ρυθμό και στίχο.
Όμως, ας τα αφήσουμε τώρα αυτά.
Είναι αργά.
Πήγαινε να ξαπλώσεις.
Όχι μάτια μου,
εγώ δεν θα 'ρθω ακόμη.
Ξέρεις πώς λειτουργεί όταν γράφω.
Νύχτα,
με τα τσιγάρα μου,
το χαμηλό γυάλινο ποτήρι του παππού
και το κινητό
σε λειτουργία πτήσης.
Όπως πάντα,
λίγο μετά τις τέσσερις,
θα με καλέσεις.
Δεν θέλω να το ακούσω να χτυπά.
Δεν είναι ότι σε αγνοώ,
ούτε ότι δεν σ' αγαπώ.
Απλώς
δεν αντέχω
την απογοήτευση στη φωνή σου
όταν με ρωτάς αν ήπια.
Ούτε την ανησυχία,
στην άρρυθμή σου ανάσα,
μετά από εκείνο
το σχεδόν ρητορικό:
«Δεν θα κοιμηθείς απόψε;»