Ζώης Ξένος

Τα τριαντάφυλλα

Με φύτεψαν σε πόστο
γραμματειακό πολυεθνικής·
σκέτο κέντρο διερχομένων
και αναλώσιμων εργαζομένων,
να μη σας τα πολυλογώ.

Από το οβάλ γραφείο
της υποδοχής,
νυσταλέος πάντα παρατηρητής,
ανήμερα της μέρας της Γυναίκας
μύρισα πάλι από χιλιόμετρα
των μεγαλοστελεχών
την κορπορατιβίλα,
πασπαλισμένη με κολώνια
εταιρικής ευθύνης
και χάχανων,
κυρίως χάχανων.

Είχα μόλις παραλάβει
μια φασόν παραγγελία:
κασόνια με τριαντάφυλλα·
μαζί και τέσσερα κουτιά
κονκάρδες μωβ-λιλά,
γεμάτες με συνθήματα
γυναικείας ενδυνάμωσης
— go girl, you got this
και τα συναφή —
για να θυμίζουν αφενός
το χρώμα που έχουν πάντα οι μελανιές
(α ναι) και αφετέρου
το πόσο κοριτσάκι
χρειάζεται να δείξει μια κοπέλα
για να 'ναι πάντα θελκτική
και «μες στο θέμα»,
εμετός.

Πίσω στο θέμα μας
— το βασικό —
τα τριαντάφυλλα.
Αμάραντα, απέθαντα,
πολλά απ' αυτά περίσσεψαν
και μας τα γύρισαν
ξανά στη ρεσεψιόν,
στα αζήτητα.
Μια στέλεχος-γυναίκα αράχνη,
μου 'πε να ρίξω ασπιρίνες
στο γεμάτο βάζο με νερό,
να ζήσουν παραπάνω
τα τριαντάφυλλα.
Δοκιμασμένη λύση, είπε·
την υπάκουσα.

Περάσαν μια,
περάσαν δυο,
την τρίτη μέρα έπεσε
το πρώτο πέταλο.
Όμως Ανάσταση,
καμιά και σήμερα·
καμία σκοτωμένη δεν επέστρεψε,
καμιά υπάλληλος
δε ζήτησε ποτέ
το ρόδο που της αναλογούσε.
Ίσως σιχάθηκε,
μονάχα μια φορά
τον χρόνο να γιορτάζει.

Όσο για τα … «λέλουδα»,
όλα τα έθαψα
νεκροπρεπώς
κι όχι κακήν κακώς,
σαν πεταμένα στέφανα
προχτεσινά,
από μπουζουκλερί
και παρελάσεις μαζεμένα.
Ακόμα όμως μυρίζουν.